Μετάφραση του "Eingriff" σε Ελληνικά

Οι επέμβαση, μεσολάβηση, παρέμβαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eingriff" σε Ελληνικά.

Eingriff noun masculine γραμματική

Ineinandergreifen (von Zahnrädern) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επέμβαση

    noun

    Sie müssen ausreichend lange funktionieren, um das normale Eingreifen der Rettungsdienste zu ermöglichen.

    Ο χρόνος λειτουργίας τους πρέπει να είναι επαρκής ώστε να επιτρέπει την κανονική επέμβαση των σωστικών συνεργείων.

  • μεσολάβηση

    Und das geschieht heute schon ohne Gottes direkten Eingriff.

    Και αυτό συμβαίνει τώρα χωρίς την άμεση μεσολάβηση του Θεού.

  • παρέμβαση

    noun feminine

    Jedenfalls sei nachgewiesen worden, dass der fragliche Mechanismus nicht konzipiert worden sei, um einen solchen Eingriff zu ermöglichen.

    Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω μηχανισμός δεν προέβλεπε τέτοια παρέμβαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eingriff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

eingriff verb
+ Προσθήκη

"eingriff" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το eingriff στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Eingriff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eingriff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη