Μετάφραση του "Einnahmen" σε Ελληνικά

Οι έσοδα, αποδοχές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einnahmen" σε Ελληνικά.

Einnahmen noun feminine γραμματική

Broterwerb (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έσοδα

    Die in den Haushaltsplan eingesetzten Einnahmen und Ausgaben müssen ausgeglichen sein.

    Ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

  • αποδοχές

    noun Noun

    eine genaue Aufstellung der geschätzten Einnahmen und Ausgaben für das Direktversicherungsgeschäft sowie die übernommenen und übertragenen Rückversicherungsgeschäfte

    σχέδιο στο οποίο εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων τόσο για τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einnahmen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

einnahmen verb
+ Προσθήκη

"einnahmen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το einnahmen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Einnahmen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δημόσια έσοδα
  • εισπράττω · καταλαμβάνω · κυριεύω · λήψη προσλαμβάνω · παίρνω · πιάνω · προσλαμβάνω
  • ελκυστικός
  • έσοδα και έξοδα
  • λήψη φαρμάκων
  • έσοδα · έσοδο · είσπραξη · εισπράξεις · κατάκτηση · κατάληψη · λήψη · πρόσοδος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einnahmen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη