Μετάφραση του "Einsteigen" σε Ελληνικά
Οι επιβίβαση, μπαίνω, ανεβαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einsteigen" σε Ελληνικά.
Einsteigen
Noun
γραμματική
-
επιβίβαση
nounDiese wird das sichere ebenerdige Einsteigen aller Personen mit eingeschränkter Beweglichkeit zu gewährleisten haben.
Αυτό θα πρέπει να εγγυάται την ασφαλή ισοεπίπεδη επιβίβαση όλων των προσώπων μειωμένης κινητικότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Einsteigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
einsteigen
verb
γραμματική
an etwas gehen (umgangssprachlich) [..]
-
μπαίνω
verbWie sie in den Computer einstieg, und wo der Fehler des Leitsystems ist.
To πώς μπήκε στα κoμπιoύτερ τoυς και πoια είναι η λύση για τo πρόβλημα τoυ πυραύλoυ.
-
ανεβαίνω
verb -
επιβιβάζομαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μπαίνο
- συμμετέχω
Φράσεις παρόμοιες με "Einsteigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισαγωγή · επιβίβαση
-
να αρχίσω να εργάζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη