Μετάφραση του "Eisprung" σε Ελληνικά

Το ωορρηξία είναι η μετάφραση του "Eisprung" σε Ελληνικά.

Eisprung noun masculine

Das Ausstoßen einer Eizelle aus dem Eierstock.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωορρηξία

    noun feminine

    Annie hat ihren Eisprung, und da dachte ich, die beiden können Privatsphäre gebrauchen.

    Η'νι έχει ωορρηξία, και σκέφτηκα πως θα χρειαστούν λίγη ησυχία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eisprung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eisprung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη