Μετάφραση του "Eisprung" σε Ελληνικά
Το ωορρηξία είναι η μετάφραση του "Eisprung" σε Ελληνικά.
Eisprung
noun
masculine
Das Ausstoßen einer Eizelle aus dem Eierstock.
-
ωορρηξία
noun feminineAnnie hat ihren Eisprung, und da dachte ich, die beiden können Privatsphäre gebrauchen.
Η'νι έχει ωορρηξία, και σκέφτηκα πως θα χρειαστούν λίγη ησυχία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Eisprung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη