Μετάφραση του "Elen" σε Ελληνικά

Το ορμή είναι η μετάφραση του "Elen" σε Ελληνικά.

Elen noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορμή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Elen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Elen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη