Μετάφραση του "Ellipse" σε Ελληνικά

Οι έλλειψη, αποσιωπητικά, Έλλειψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ellipse" σε Ελληνικά.

Ellipse noun feminine γραμματική

Ellipse (rhet., ling.) (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειψη

    noun feminine

    Seven, Sie sagten, die Borg arbeiteten daran, in eine Ellipse einzudringen.

    Επτά, είπες ότι οι Μποργκ προσπαθούσαν να μπουν σε μια βαρυτονική έλλειψη.

  • αποσιωπητικά

    noun neuter
  • Έλλειψη

    geschlossene ovale Kurve

    Seven, Sie sagten, die Borg arbeiteten daran, in eine Ellipse einzudringen.

    Επτά, είπες ότι οι Μποργκ προσπαθούσαν να μπουν σε μια βαρυτονική έλλειψη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ellipse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Ellipse"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ellipse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη