Μετάφραση του "Emigrant" σε Ελληνικά

Οι μετανάστης, απόδημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Emigrant" σε Ελληνικά.

Emigrant noun masculine γραμματική

politischer

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετανάστης

    noun masculine

    Zweitens gilt die Bestimmung unabhängig von den finanziellen Mitteln der Emigranten.

    Δεύτερον, το μέτρο εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τα οικονομικά μέσα που διαθέτει κάθε μετανάστης.

  • απόδημος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Emigrant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Emigrant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη