Μετάφραση του "Empathie" σε Ελληνικά

Οι ενσυναίσθηση, κατανόηση, συμπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Empathie" σε Ελληνικά.

Empathie noun feminine γραμματική

Herz (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενσυναίσθηση

    ουσιαστικό θηλυκό

    Fähigkeit und Bereitschaft, Gedanken, Emotionen, Motive und Persönlichkeitsmerkmale anderer Personen zu erkennen

    Weil die Leute mit leichtem Gehirnschaden keine Empathie empfinden.

    Επειδή το άτομο με ελαφρά εγκεφαλική βλάβη δεν έχει καθόλου ενσυναίσθηση.

  • κατανόηση

    noun feminine

    Mädchen widmen einen großen Teil ihrer Freizeit menschlichen Beziehungen und entwickeln soziale Fähigkeiten wie Kommunikation und Empathie.

    Μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου των κοριτσιών αφιερώνεται στις σχέσεις και στην ανάπτυξη κοινωνικών ικανοτήτων όπως η επικοινωνία και η κατανόηση των άλλων.

  • συμπάθεια

    noun feminine

    erinnern daran, dass Empathie,

    αποτελούν υπενθύμιση πως η συμπάθεια, η αλληλεγγύη,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Empathie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Empathie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη