Μετάφραση του "Empfindlichkeit" σε Ελληνικά

Οι ευαισθησία, ευπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Empfindlichkeit" σε Ελληνικά.

Empfindlichkeit noun feminine γραμματική

Empfindlichkeit (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευαισθησία

    In diesem Dokument wird Empfindlichkeit als die Steigung der Eichkurve bei der interessierenden Konzentration definiert.

    Σε αυτό το έγγραφο η ευαισθησία ορίζεται ως η κλίση της καμπύλης βαθμονόμησης στην περιοχή που παρουσιάζει ενδιαφέρον.

  • ευπάθεια

    Die häufigste Gelenkerkrankung ist die Osteoarthritis, gekennzeichnet durch Schmerzen, Empfindlichkeit und Funktionseinschränkung der Gelenke.

    Η οστεοαρθρίτιδα είναι η συνηθέστερη πάθηση των αρθρώσεων, χαρακτηριζόμενη από πόνους στις αρθρώσεις, ευπάθεια και λειτουργική ανικανότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Empfindlichkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Empfindlichkeit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Empfindlichkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη