Μετάφραση του "Empfindlichkeit" σε Ελληνικά
Οι ευαισθησία, ευπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Empfindlichkeit" σε Ελληνικά.
Empfindlichkeit
noun
feminine
γραμματική
Empfindlichkeit (fachsprachlich)
-
ευαισθησία
In diesem Dokument wird Empfindlichkeit als die Steigung der Eichkurve bei der interessierenden Konzentration definiert.
Σε αυτό το έγγραφο η ευαισθησία ορίζεται ως η κλίση της καμπύλης βαθμονόμησης στην περιοχή που παρουσιάζει ενδιαφέρον.
-
ευπάθεια
Die häufigste Gelenkerkrankung ist die Osteoarthritis, gekennzeichnet durch Schmerzen, Empfindlichkeit und Funktionseinschränkung der Gelenke.
Η οστεοαρθρίτιδα είναι η συνηθέστερη πάθηση των αρθρώσεων, χαρακτηριζόμενη από πόνους στις αρθρώσεις, ευπάθεια και λειτουργική ανικανότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Empfindlichkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Empfindlichkeit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευαισθησία ISO
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη