Μετάφραση του "Endemit" σε Ελληνικά

Οι Ενδημισμός, ενδημισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Endemit" σε Ελληνικά.

Endemit noun masculine γραμματική

Art, deren Vorkommen auf einen bestimmten geografischen Ort beschränkt ist.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ενδημισμός

    Pflanzen oder Tiere, die nur in bestimmten Gebieten vorkommen

  • ενδημισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Endemit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Endemit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη