Μετάφραση του "Enteignung" σε Ελληνικά
Οι απαλλοτρίωση, (αναγκαστική) απαλλοτρίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enteignung" σε Ελληνικά.
Enteignung
noun
feminine
γραμματική
Der Entzug von privatem Eigentum für öffentliche Zwecke.
-
απαλλοτρίωση
nounDie Slowakei trägt vor, dass eine solche Situation einer indirekten Enteignung gleichkomme.
Η Σλοβακία υποστηρίζει ότι τέτοια κατάσταση συνεπάγεται έμμεση απαλλοτρίωση.
-
(αναγκαστική) απαλλοτρίωση
Der Entzug von privatem Eigentum für öffentliche Zwecke.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Enteignung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη