Μετάφραση του "Entwaffnung" σε Ελληνικά
Οι αφοπλισμός, ξαρμάτωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Entwaffnung" σε Ελληνικά.
Entwaffnung
-
αφοπλισμός
noun masculineRäumung und Entwaffnung müssen Hand in Hand gehen.
Η απομάκρυνση και ο αφοπλισμός πρέπει να είναι αλληλένδετοι.
-
ξαρμάτωμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Entwaffnung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη