Μετάφραση του "Entwischen" σε Ελληνικά
Οι ξεγλιστρώ, το σκάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Entwischen" σε Ελληνικά.
entwischen
verb
γραμματική
entweichen (gehoben)
-
ξεγλιστρώ
-
το σκάω
ausbrechen, entkommen, entgehen, durchs Netz gehen
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Entwischen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη