Μετάφραση του "Entwurzelung" σε Ελληνικά
Το ξερίζωμα είναι η μετάφραση του "Entwurzelung" σε Ελληνικά.
Entwurzelung
noun
feminine
γραμματική
-
ξερίζωμα
Die spezifischen Umstände, die während des Berichtszeitraums zur Entwurzelung von Menschen in Asien und Lateinamerika geführt haben, sind äußerst vielfältig.
Οι ιδιαίτερες περιστάσεις που προκάλεσαν το ξερίζωμα πληθυσμών στην Ασία και τη Λατινική Αμερική κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, έχουν ποκίλες όψεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Entwurzelung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη