Μετάφραση του "Erdling" σε Ελληνικά

Οι γήινος, Γήινος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Erdling" σε Ελληνικά.

Erdling noun masculine γραμματική

Zweibeiner (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γήινος

    noun masculine

    Erdling Gordon am Steuer identifiziert.

    Τον έλεγχο του πυραύλου τον έχει ο γήινος Γκόρντον.

  • Γήινος

    masculine

    Oder sie waren hier, als der Erdling die Uhr von Clarke genommen hat.

    Ή ήταν όταν εκείνος ο Γήινος πήρε το ρολόι της Κλαρκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Erdling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Erdling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη