Μετάφραση του "Ernten" σε Ελληνικά

Οι θερίζω, αποσπώ, δρέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ernten" σε Ελληνικά.

Ernten noun neuter γραμματική

Das Einbringen der reifen Feldfrüchte.

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ernten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"Ernten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Ernten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ernten verb γραμματική

(die) Ernte einfahren (auch fig.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θερίζω

    verb

    Die gereiften Feldfrüchte einbringen.

    Der Dinkel wird in der beginnenden Teigreife geerntet.

    Η όλυρα θερίζεται μόλις ο κόκκος εισέλθει στο στάδιο ωρίμασης μαλακής ζύμης.

  • αποσπώ

    verb
  • δρέπω

    Verb

    Als ich dann nicht viel später nach Hause zurückkehrte, begann ich zu ernten, was ich gesät hatte.

    Λίγο μετά την επιστροφή μου στο σπίτι άρχισα να δρέπω αυτά που είχα σπείρει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κερδίζω
    • μαζεύω
    • παίρνω
    • συγκομίζω
    • τρυγώ

Φράσεις παρόμοιες με "Ernten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εισόδημα · θέρος · θερισμός · μάζεμα · σοδειά · συγκομιδή · τρύγος
  • όποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες · όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ernten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη