Μετάφραση του "Erweiterung" σε Ελληνικά
Οι επέκταση, διεύρυνση, έκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Erweiterung" σε Ελληνικά.
Dilatation (fachsprachlich) [..]
-
επέκταση
noun feminineIm November vergangenen Jahres hat das Europäische Parlament die Erweiterung der Verweigerungsgründe vorgeschlagen.
Πέρσι τον Νοέμβριο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρότεινε την επέκταση των λόγων άρνησης.
-
διεύρυνση
noun feminineDenn die Erweiterung wird nur dann erfolgreich sein, wenn sie durch einen breiten sozialen Konsens unterstützt wird.
Η διεύρυνση θα ολοκληρωθεί με επιτυχία μόνο εφόσον στηρίζεται σε ευρύτατη κοινωνική συναίνεση.
-
έκταση
noun feminineDie Aufstockung der Haushaltsmittel erklärt sich grösstenteils aus der Erweiterung des Programms.
Η αύξηση του κονδυλίου οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην έκταση του προγράμματος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προέκταση
- μεγέθυνση
- έκταση οπτικής γωνίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Erweiterung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Erweiterung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επέκταση διαχειριζόμενου κώδικα
-
Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης · διεύρυνση της ΕΕ
-
διεύρυνση διεθνούς οργανισμού
-
επεκτάσεις τοποθέτησης και άμεσης λειτουργίας
-
διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης