Μετάφραση του "Erwiderung" σε Ελληνικά

Οι ανταπάντηση, ανταπόδοση, ανταπόκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Erwiderung" σε Ελληνικά.

Erwiderung noun Noun feminine γραμματική

Replik (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταπάντηση

    Noun

    Er kann festlegen, auf welche Punkte sich die Erwiderung und die Gegenerwiderung beziehen sollten.

    Μπορεί να προσδιορίσει τα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αφορούν η απάντηση και η ανταπάντηση.

  • ανταπόδοση

    Noun
  • ανταπόκριση

    noun feminine

    Dessen Erwiderung hätte seine Aussicht auf ein glückliches und ewiges Leben stärken können.

    Η ανταπόκριση μπορούσε να αυξήσει την προοπτική του για ευτυχία και διαρκή ζωή.

  • απάντηση

    noun

    Höre dir, nachdem du einen Gedanken dargelegt hast, die Erwiderung deines Gegenübers an.

    Όταν αναπτύξεις ένα σημείο, άκουσε μετά την απάντηση του άλλου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Erwiderung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Erwiderung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη