Μετάφραση του "Essen" σε Ελληνικά

Οι τροφή, φαγητό, τρόφιμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Essen" σε Ελληνικά.

Essen noun proper neuter γραμματική

Viktualien (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροφή

    noun feminine

    Nahrung = [..]

    Dieses Essen ist ungesund.

    Αυτή η τροφή είναι ανθυγιεινή.

  • φαγητό

    noun neuter

    Nahrung =

    Ich mochte das Essen nicht, aber ich habe mich dazu gezwungen es zu essen.

    Δε μου άρεσε το φαγητό, αλλά το έφαγα με το ζόρι.

  • τρόφιμα

    noun neuter

    Eine Substanz die vom Organismus verdaut und als Nährstoff und Energie verwendet werden kann.

    Das ist alles Essen, was wir haben, um zu überleben.

    Αυτά είναι τα μόνα τρόφιμα που μας έχουν απομείνει, για να κρατηθούμε ζωντανοί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φαΐ
    • τρώω
    • Έσεν
    • Έσσεν
    • τρώγω
    • εσθίω
    • γεύμα
    • γευματίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Essen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

essen verb γραμματική

zu Tisch sein (Arbeitswelt) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρώω

    verb

    Καταναλώνω κάτι στερεό ή ημι-στερεό (συνήθως τροφή) βάζοντάς το στο στόμα και καταπίνοντάς το.

    Ich habe es satt, in Restaurants zu essen.

    Μπούχτισα να τρώω σε εστιατόρια.

  • τρώγω

    verb

    Καταναλώνω κάτι στερεό ή ημι-στερεό (συνήθως τροφή) βάζοντάς το στο στόμα και καταπίνοντάς το. [..]

    Mein Mann liest die Zeitung während er sein Frühstück isst.

    Ο άντρας μου διαβάζει εφημερίδα ενώ τρώει πρωινό.

  • γευματίζω

    verb

    Τρώω ένα γεύμα.

    Karen, ich esse gerade mit Tim.

    Κάρεν, γευματίζω με τον Τιμ αυτή τη στιγμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εσθίω
    • μασώ
    • έδω
    • τρώγοντας
    • έσσεν

Εικόνες με "Essen"

Φράσεις παρόμοιες με "Essen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Essen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη