Μετάφραση του "Estnisch" σε Ελληνικά

Οι εσθονικά, Εσθονικά, εσθονική γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Estnisch" σε Ελληνικά.

Estnisch proper neuter γραμματική

Finno-ugrische Sprache, die hauptsächlich in Estland gesprochen wird

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσθονικά

    proper noun neuter

    Für die Mitgliedschaft wichtige Dokumente sollten auch auf Estnisch und Russisch vorgelegt werden.

    Τα κυριότερα έγγραφα που αφορούν την ένταξη πρέπει να διατίθενται στα εσθονικά και στα ρωσικά.

  • Εσθονικά

    Für die Mitgliedschaft wichtige Dokumente sollten auch auf Estnisch und Russisch vorgelegt werden.

    Τα κυριότερα έγγραφα που αφορούν την ένταξη πρέπει να διατίθενται στα εσθονικά και στα ρωσικά.

  • εσθονική γλώσσα

    In diesem Fall würde die unterbliebene Veröffentlichung auf Estnisch einer Berufung auf die betroffenen Bestimmungen entgegenstehen.

    Στην περίπτωση αυτή, η έλλειψη δημοσίευσης στην εσθονική γλώσσα καθιστά αδύνατη την επίκληση των οικείων διατάξεων.

  • εσθονική

    adjective feminine

    Finno-ugrische Sprache, die hauptsächlich in Estland gesprochen wird

    — Eine der folgenden Angaben auf Estnisch:

    — στην εσθονική γλώσσα, μία από τις ακόλουθες ενδείξεις:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Estnisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

estnisch adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσθονικός

    adjective masculine
  • εσθονική

    adjective feminine

    — Eine der folgenden Angaben auf Estnisch:

    — στην εσθονική γλώσσα, μία από τις ακόλουθες ενδείξεις:

  • εσθονικό

    adjective neuter
  • eσθονικά

Φράσεις παρόμοιες με "Estnisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στα Εσθονικά · στα εσθονικά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Estnisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη