Μετάφραση του "Ethanol" σε Ελληνικά

Οι αιθανόλη, οινόπνευμα, αιθυλική αλκοόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ethanol" σε Ελληνικά.

Ethanol noun neuter γραμματική

Äthylalkohol (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθανόλη

    noun feminine

    Farblose, mit Wasser mischbar Flüssigkeit, die als Lösungsmittel oder Reagens verwendet wird.

    Unlöslich in Wasser, Ethanol, Ether und verdünnten Mineralsäuren.

    Αδιάλυτη σε νερό, αιθανόλη, αιθέρα και αραιά ανόργανα οξέα.

  • οινόπνευμα

    noun neuter

    Farblose, mit Wasser mischbar Flüssigkeit, die als Lösungsmittel oder Reagens verwendet wird.

    Die Lymphknoten werden vor der Analyse einer Oberflächendekontamination unterzogen, indem sie in reines Ethanol eingetaucht und an der Luft getrocknet werden.

    Τα λεμφογάγγλια απολυμαίνονται επιφανειακά πριν από την ανάλυση με την εμβάπτιση σε καθαρό οινόπνευμα και την ξήρανση με αέρα.

  • αιθυλική αλκοόλη

    noun feminine

    Farblose, mit Wasser mischbar Flüssigkeit, die als Lösungsmittel oder Reagens verwendet wird.

    Ich sah mir also dieses Ethanol etwas genauer an.

    Άρχισα λοιπόν την έρευνα για την αιθυλική αλκοόλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλκοόλη αιθυλική
    • Αιθανόλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ethanol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ethanol
+ Προσθήκη

"ethanol" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ethanol στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Ethanol"

Φράσεις παρόμοιες με "Ethanol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ethanol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη