Μετάφραση του "Ethyl" σε Ελληνικά

Το αιθύλιο είναι η μετάφραση του "Ethyl" σε Ελληνικά.

Ethyl noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθύλιο

    noun neuter

    Ethyl-p-hydroxybenzoat; Ethylester der p-Hydroxybenzoesäure

    p-Υδροξυβενζοϊκό αιθύλιο· p-υδροξυβενζοϊκός αιθυλεστέρας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ethyl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ethyl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη