Μετάφραση του "Existenz" σε Ελληνικά

Οι ύπαρξη, οντότητα, προς το ζην είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Existenz" σε Ελληνικά.

Existenz noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύπαρξη

    noun feminine

    Dasein ohne nähere Bestimmung

    Derartige Entwicklungen könnten durchaus die Existenz des einzigen Unionsherstellers beenden.

    Τέτοιες εξελίξεις μπορεί ενδεχομένως να θέσουν τέλος στην ύπαρξη του μόνου παραγωγού της Ένωσης.

  • οντότητα

    noun

    Die Existenz hat Ihnen, Ihrem Feind, ihr Wesen offenbart.

    Η οντότητα έχει αποκαλύψει την αληθινή του φύση σε σένα, τον εχθρό του.

  • προς το ζην

    Sehr wenige Analphabeten schaffen es, sich eine gesicherte Existenz aufzubauen.

    Τα περισσότερα αναλφάβητα άτομα καταφέρνουν μόλις και μετά βίας να εξασφαλίζουν τα προς το ζην.

  • υπόσταση

    Sie verfüge somit über eine eigene, von den Gesellschaftern unabhängige rechtliche Existenz.

    Επομένως, διαθέτει ίδια νομική υπόσταση ανεξάρτητη από αυτή των εταίρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Existenz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Existenz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη