Μετάφραση του "Export" σε Ελληνικά

Οι εξαγωγή, τμήμα εξαγωγών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Export" σε Ελληνικά.

Export noun Noun masculine γραμματική

Export (Bier)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαγωγή

    noun feminine

    Menge der von einer Volkswirtschaft anderen Volkswirtschaften zur Verfügung gestellten Güter

    Aufgrund des stagnierenden Inlandsverbrauchs stehen erhebliche Mengen zum Export zur Verfügung.

    Λόγω της στασιμότητας της εγχώριας κατανάλωσης, είναι διαθέσιμες σημαντικές ποσότητες προς εξαγωγή.

  • τμήμα εξαγωγών

    noun

    Beispielsweise werden die finnischen Exporte überwiegend auf dem Seewege befördert.

    Για παράδειγμα, το μεγαλύτερο τμήμα εξαγωγών της Φινλανδίας πραγματοποιείται δια θαλάσσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Export " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Export" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Export" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη