Μετάφραση του "Exposition" σε Ελληνικά
Οι έκθεση, επίδειξη, Έκθεση (μουσική) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Exposition" σε Ελληνικά.
Exposition
noun
feminine
γραμματική
-
έκθεση
noun feminineUnbeabsichtigte Exposition: medizinische Exposition, die sich erheblich von der zu einem bestimmten Zweck beabsichtigten medizinischen Exposition unterscheidet.
ως «ακούσια έκθεση» νοείται η ιατρική έκθεση που διαφέρει σημαντικά από την ιατρική έκθεση που επιδιώκεται για ένα δεδομένο σκοπό.
-
επίδειξη
noun feminine -
Έκθεση (μουσική)
Teil einer Komposition
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Exposition " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη