Μετάφραση του "Falliment" σε Ελληνικά
Οι πτώχευση, χρεωκοπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Falliment" σε Ελληνικά.
Falliment
Die gerichtlich festgestellte Unfähigkeit einer Privatperson oder einer Organisation ihre Gläubiger zu bezahlen.
-
πτώχευση
noun -
χρεωκοπία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Falliment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη