Μετάφραση του "Falliment" σε Ελληνικά

Οι πτώχευση, χρεωκοπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Falliment" σε Ελληνικά.

Falliment

Die gerichtlich festgestellte Unfähigkeit einer Privatperson oder einer Organisation ihre Gläubiger zu bezahlen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτώχευση

    noun
  • χρεωκοπία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Falliment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Falliment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη