Μετάφραση του "Farbstoff" σε Ελληνικά

Οι βαφή, λάκη, χρωστική ύλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Farbstoff" σε Ελληνικά.

Farbstoff noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφή

    noun feminine

    Produkte müssen eine aversive Substanz und gegebenenfalls einen Farbstoff enthalten.

    Τα προϊόντα περιέχουν μέσο πρόκλησης αποστροφής και, όπου ενδείκνυται, βαφή.

  • λάκη

    feminine
  • χρωστική ύλη

    Der Farbstoff CI 12075, einschließlich der Lacke, Pigmente und Salze

    Η χρωστική ύλη CI 12075 και τα δυσδιάλυτα λάκες, χρώματα επιστρώσεως ή άλατα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρωστική
    • χρωστική ουσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Farbstoff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Farbstoff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη