Μετάφραση του "Fauteuil" σε Ελληνικά

Το πολυθρόνα είναι η μετάφραση του "Fauteuil" σε Ελληνικά.

Fauteuil noun Noun masculine γραμματική

Stuhl mit Stützen für die Arme oder Ellenbogen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυθρόνα

    noun feminine

    Καρέκλα με στηρίγματα για τα μπράτσα ή τους αγκώνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fauteuil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fauteuil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη