Μετάφραση του "Feder" σε Ελληνικά

Οι φτερό, ελατήριο, πούπουλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Feder" σε Ελληνικά.

Feder noun feminine γραμματική

Eine aus flexiblem Material bestehende mechanische Vorrichtung, die Kraft ausübt, wenn sie gespannt wird. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτερό

    noun neuter

    von der Haut der Vögel gebildete Strukturen aus Keratin [..]

    Ich hoffte auf etwas besseres, als nur eine Feder.

    Λοιπόν, ήλπιζα για κάτι μάλλον πιο απτή από ένα φτερό.

  • ελατήριο

    noun neuter

    Μηχανική συσκευή από ελαστικό υλικό που ασκεί δύναμη όταν τεντώνεται.

    Ich habe es mehrmals überprüft, doch nie die Feder gefunden.

    Έλεγξα το παράθυρο δέκα φορές, δε βρήκα ελατήριο.

  • πούπουλο

    noun neuter

    Ein verzweigtes haarähnliches Gebilde, das auf der Haut von Vögeln wächst, diese vor Kälte und Wasser schützt und ihren Flügeln ermöglicht, Auftrieb zu erzeugen.

    Wie auch immer, ich denke immer noch, dass die Feder uns den besten Hinweis liefert.

    Ακόμα νομίζω ότι το πούπουλο μας δείχνει την καλύτερη ένδειξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πένα
    • σούστα
    • στυλό
    • Ελατήριο
    • πέννα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Feder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Feder"

Φράσεις παρόμοιες με "Feder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανθεκτικός · ελαστικός · εύκαμπτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Feder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη