Μετάφραση του "Fernfahrer" σε Ελληνικά

Οι οδηγός φορτηγού, φορτηγατζής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fernfahrer" σε Ελληνικά.

Fernfahrer noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγός φορτηγού

    Person, die einen Lastkraftwagen im Güterfernverkehr lenkt

    Er war in den letzten paar Jahren Fernfahrer.

    Ήταν οδηγός φορτηγού τα προηγούμενα λίγα χρόνια.

  • φορτηγατζής

    Es heißt, ein Fernfahrer sei dort unterwegs, der Leute umbringen will.

    Λένε ότι ένας φορτηγατζής κάνει περιπολίες εκεί... και ψάχνει ανθρώπους για να τους σκοτώσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fernfahrer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fernfahrer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη