Μετάφραση του "Fertigkeiten" σε Ελληνικά

Οι ικανότητες, σύνολο προσόντων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fertigkeiten" σε Ελληνικά.

Fertigkeiten noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανότητες

    noun

    Nach meiner Entlassung wollte ich meine neuen Fertigkeiten einsetzen.

    Όταν απελευθερώθηκα επέλεξα να εκμεταλλευτώ τις νέες μου ικανότητες.

  • σύνολο προσόντων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fertigkeiten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Fertigkeiten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ικανότητα γενικά
  • ειδικό προσόν
  • Δυνατότητα · δεξιοτεχνία · δεξιότητα · επιδεξιότητα · ικανότητα · ικανότητα_lerning by doing · τέχνη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fertigkeiten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη