Μετάφραση του "Fett-" σε Ελληνικά

Το λιπώδης είναι η μετάφραση του "Fett-" σε Ελληνικά.

Fett-
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιπώδης

    adjective

    Bei Schweinen bezieht sich die Rückstandshöchstmenge in Fett auf ‚Haut und Fett in natürlichen Verhältnissen‘.

    Για τους χοίρους, το ΑΟΚ για τον λιπώδη ιστό αφορά το “δέρμα και τον λιπώδη ιστό σε φυσική αναλογία”.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fett- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Fett-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παχαίνω
  • φυτική λιπαρή ουσία
  • λαδώνω
  • έντονα · λίπος · λιπαρός · μαύρος · παχύς · χοντρός
  • παχαίνω
  • Λίπος
  • λίπος
  • άλειμμα · λίγδα · λίπος · ξύγκι · πάχος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fett-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη