Μετάφραση του "Fettleibigkeit" σε Ελληνικά

Το παχυσαρκία είναι η μετάφραση του "Fettleibigkeit" σε Ελληνικά.

Fettleibigkeit noun Noun feminine γραμματική

Obesität (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παχυσαρκία

    noun feminine

    Extremes Übergewicht aufgrund von exzessivem Körperfett.

    Fettleibigkeit ist ein ernstzunehmendes Problem.

    Η παχυσαρκία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fettleibigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Fettleibigkeit"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fettleibigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη