Μετάφραση του "Fetzen" σε Ελληνικά
Οι κουρέλι, ψιλοκόβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fetzen" σε Ελληνικά.
Fetzen
noun
masculine
γραμματική
etw., das in einem schlimmen Zustand ist
-
κουρέλι
noun neuterWas hast du dir dabei gedacht, sie in dem dünnen Fetzen rauszubringen?
Τι φέρνεις το μωρό έξω σε αυτό το λεπτό κουρέλι?
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fetzen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
fetzen
verb
γραμματική
zoffen (umgangssprachlich) [..]
-
ψιλοκόβω
Verb
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη