Μετάφραση του "Feuerholz" σε Ελληνικά

Οι καυσόξυλο, ξύλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Feuerholz" σε Ελληνικά.

Feuerholz noun neuter γραμματική

Holz, das zum Heizen verwendet wird. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καυσόξυλο

    Holz, das zum Heizen verwendet wird.

    15 Kann denn ein nicht verbranntes Stück Feuerholz jemand befreien?

    15 Μπορεί ένα άκαυτο καυσόξυλο να ελευθερώσει κανέναν;

  • ξύλα

    noun neuter

    Wenn du damit fertig bist, sollte jemand Feuerholz sammeln gehen.

    Όταν τελειώσεις με αυτό, κάποιος πρέπει να βρει ξύλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Feuerholz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Feuerholz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη