Μετάφραση του "Fingerfertigkeit" σε Ελληνικά

Οι επιδεξιότητα, δεξιοσύνη, επιτηδειότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fingerfertigkeit" σε Ελληνικά.

Fingerfertigkeit noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδεξιότητα

    noun feminine

    Baby, Studien haben Bewiesen, dass das Verwenden von Joysticks die Fingerfertigkeit eines Chirurgen verbessern kann.

    Μωρό μου, μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση τηλεχειριστηρίων,... βελτιώνουν την επιδεξιότητα χειρούργου.

  • δεξιοσύνη

    noun feminine
  • επιτηδειότητα

    noun feminine
  • μαστοριά

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fingerfertigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fingerfertigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη