Μετάφραση του "Flehen" σε Ελληνικά
Οι ικεσία, αιτούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Flehen" σε Ελληνικά.
Flehen
noun
neuter
γραμματική
-
ικεσία
Er lässt sich „von ihm erbitten“ und hört „sein Flehen um Gunst“.
«Δέχτηκε να ακούσει την ικεσία του και εισάκουσε το αίτημά του για εύνοια».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Flehen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
flehen
verb
γραμματική
bitteln und betteln (umgangssprachlich) [..]
-
αιτούμαι
verb
Φράσεις παρόμοιες με "Flehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ικετευτικός
-
την ικέτεψε να το ...
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη