Μετάφραση του "Flehen" σε Ελληνικά

Οι ικεσία, αιτούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Flehen" σε Ελληνικά.

Flehen noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικεσία

    Er lässt sich „von ihm erbitten“ und hört „sein Flehen um Gunst“.

    «Δέχτηκε να ακούσει την ικεσία του και εισάκουσε το αίτημά του για εύνοια».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Flehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

flehen verb γραμματική

bitteln und betteln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτούμαι

    verb

Φράσεις παρόμοιες με "Flehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Flehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη