Μετάφραση του "Flugbegleiter" σε Ελληνικά
Το αεροσυνοδός είναι η μετάφραση του "Flugbegleiter" σε Ελληνικά.
Flugbegleiter
noun
masculine
γραμματική
-
αεροσυνοδός
noun masculineBerufsbezeichnung für Servicekräfte in einem Verkehrsflugzeug
Vielleicht liegt sein Fokus darauf, Arzt zu sein, und kein Flugbegleiter.
Ίσως ο στόχος του είναι να γίνει γιατρός, όχι αεροσυνοδός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Flugbegleiter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Flugbegleiter"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη