Μετάφραση του "Fluid" σε Ελληνικά
Οι ρευστό, υγρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fluid" σε Ελληνικά.
Fluid (fachsprachlich)
-
ρευστό
noun neuterSubstanz in der Strömungslehre
Befinden sich unterschiedliche Fluide in einer Kammer, so erfolgt die Einstufung nach jenem Fluid, welches die höchste Kategorie erfordert.
Όταν ένας θάλαμος περιέχει περισσότερα ρευστά, ταξινομείται σε συνάρτηση με το ρευστό που απαιτεί την υψηλότερη κατηγορία κινδύνου.
-
υγρό
noun neuterZur Erreichung des für die Druckprüfung erforderlichen Drucks kann Wasser oder ein anderes Fluid verwendet werden.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί νερό ή άλλο υγρό για να ληφθεί η απαιτούμενη πίεση για τη δοκιμή πίεσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fluid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
fluid (gehoben)
"fluid" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το fluid στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.