Μετάφραση του "Flur" σε Ελληνικά
Οι αγρός, διάδρομος, χoλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Flur" σε Ελληνικά.
Flur
noun
masculine
feminine
γραμματική
Geschoß (österr.) [..]
-
αγρός
noun masculine -
διάδρομος
noun masculineIn einem Zimmer, das von diesem Flur abgeht.
Είναι σε μια αίθουσα στο βάθος του διαδρόμου.
-
χoλ
noun neuterSieh auf dem Tisch im Flur nach.
Koίτα στo τραπέζι τoύ χoλ!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάμπος
- λιβάδι
- προθάλαμος
- γκαρνταρόμπα
- χωράφι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Flur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Flur"
Φράσεις παρόμοιες με "Flur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διάδρομοι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη