Μετάφραση του "Formel" σε Ελληνικά

Οι τύπος, εξίσωση, διατύπωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Formel" σε Ελληνικά.

Formel noun feminine γραμματική

Staats...

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύπος

    noun masculine

    χημικός τύπος

    Angabe des Verwendungszwecks (Formel A oder Formel B).

    μνεία της σκοπούμενης χρήσης (τύπος Α ή τύπος Β).

  • εξίσωση

    noun feminine

    Mit dieser Formel kann der Dampfdruck für jede beliebige Temperatur extrapoliert werden.

    Με την εξίσωση αυτή η τάση ατμών μπορεί να υπολογιστεί για κάθε άλλη θερμοκρασία με παρεκβολή.

  • διατύπωση

    Die Richtlinie enthält außerdem eine Formel, die selbst für Ingenieure schwer zu verstehen sein dürfte.

    Επί πλέον η οδηγία περιλαμβάνει μία διατύπωση, που μάλλον και μηχανικός θα δυσκολευόταν να κατανοήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φόρμουλα
    • συνταγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Formel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Formel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Formel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη