Μετάφραση του "Forst" σε Ελληνικά
Οι δάσος, δρυμός, άλσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Forst" σε Ελληνικά.
Forst
noun
Proper noun
Noun
masculine
γραμματική
Forst (fachsprachlich)
-
δάσος
noun neuterVerschiedene bereichsübergreifende politische Themen sind auch für den Forst von Relevanz, und ihre Ziele sind nicht immer identisch.
Με τα δάση σχετίζονται πολλά οριζόντια ζητήματα πολιτικής, των οποίων οι στόχοι δεν είναι πάντοτε οι ίδιοι.
-
δρυμός
noun masculine -
άλσος
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξύλο
- ξυλεία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Forst " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Forst"
Φράσεις παρόμοιες με "Forst" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεσογειακό δάσος (της Μεσογείου)
-
εύκρατο δάσος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη