Μετάφραση του "Forstwirtschaft" σε Ελληνικά

Οι δασολογία, δασοκομία, δασοπονία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Forstwirtschaft" σε Ελληνικά.

Forstwirtschaft noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δασολογία

    noun feminine
  • δασοκομία

    noun

    Ein weiterer Nachteil ist der Mangel an Anreizen für Klimaschutzmaßnahmen in der Forstwirtschaft.

    Ένα άλλο μειονέκτημα είναι η απουσία κινήτρων για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής στη δασοκομία.

  • δασοπονία

    feminine

    Er ist an Forstwirtschaft interessiert, ist sich aber nicht ganz sicher.

    Ενδιαφέρεται για τη δασοπονία, αλλά ακόμα δεν είναι σίγουρος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δασοκομική
    • Δασοπονία
    • διαχείριση του δάσους
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Forstwirtschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Forstwirtschaft"

Φράσεις παρόμοιες με "Forstwirtschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Forstwirtschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη