Μετάφραση του "Fortpflanzung" σε Ελληνικά
Οι αναπαραγωγή, Αναπαραγωγή, μετάδοση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fortpflanzung" σε Ελληνικά.
Fortpflanzung
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
αναπαραγωγή
noun feminineMit der Zeit kann man ihnen dann erklären, wie die Fortpflanzung funktioniert.
Μεγαλώνοντας, τα παιδιά μπορούν να μάθουν βασικά πράγματα όσον αφορά την αναπαραγωγή.
-
Αναπαραγωγή
biologischer Prozess
um zu prüfen, ob die Verführung zur Fortpflanzung führen kann.
για να επιβεβαιώσουν αν η αποπλάνηση μπορεί να προχωρήσει σε αναπαραγωγή.
-
μετάδοση
noun -
πολλαπλασιασμός
nouna) Erzeugung oder Fortpflanzung (Vermehrung),
α) παραγωγή ή αναπαραγωγή (πολλαπλασιασμός)·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fortpflanzung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Fortpflanzung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σεξουαλική αναπαραγωγή
-
τεχνητή γονιμοποίηση · τεχνητή τεκνοποίηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη