Μετάφραση του "Frühchen" σε Ελληνικά

Frühchen noun neuter γραμματική

Frühchen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • próoro vréfos|πρόωρο βρέφος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Frühchen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Frühchen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Frühchen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη