Μετάφραση του "Frauenzimmer" σε Ελληνικά

Το γυναίκα είναι η μετάφραση του "Frauenzimmer" σε Ελληνικά.

Frauenzimmer noun neuter γραμματική

Weibsstück (abwertend) (derb) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυναίκα

    noun feminine

    Ενήλικας άνθρωπος του φύλου που παράγει ωάρια και φέρει μικρά.

    Wir brauchten zwei Jahre, um dieses hinterhältige Frauenzimmer aufzuspüren.

    Μας πήρε 2 χρόνια να εντοπίσουμε αυτή την προδοτική γυναίκα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Frauenzimmer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Frauenzimmer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Frauenzimmer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη