Μετάφραση του "Fremdwort" σε Ελληνικά

Οι νεολογισμός, δάνειο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fremdwort" σε Ελληνικά.

Fremdwort noun neuter γραμματική

Ein Wort in einer Sprache, das einer anderen Sprache entlehnt wurde.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεολογισμός

    noun masculine
  • δάνειο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fremdwort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fremdwort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη