Μετάφραση του "Frisur" σε Ελληνικά

Οι χτένισμα, κόμμωση, κούρεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Frisur" σε Ελληνικά.

Frisur noun feminine γραμματική

Bestimmter Stil oder Mode die Haare zu richten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χτένισμα

    noun neuter

    Frise [..]

    Er hatte die verrückteste Frisur, die ich jemals gesehen habe.

    Είχε το πιό παράξενο χτένισμα που έχω δεί ποτέ μου.

  • κόμμωση

    noun feminine

    Frise [..]

    Ich mag es, die Kleidung, die Frisur und den Namen zu ändern.

    Μου αρέσει να αλλάζω τα ρούχα μου, την κόμμωση μου και το όνομά μου.

  • κούρεμα

    noun neuter

    Das ist, als hätte man jeden Tag die tollste Frisur.

    Το ξέρω, είναι σαν να έχεις το τέλειο κούρεμα κάθε μέρα.

  • Κόμμωση

    Stil der Haare

    Ich mag es, die Kleidung, die Frisur und den Namen zu ändern.

    Μου αρέσει να αλλάζω τα ρούχα μου, την κόμμωση μου και το όνομά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Frisur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Frisur"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Frisur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη