Μετάφραση του "Fund" σε Ελληνικά
Οι ανακάλυψη, εύρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fund" σε Ελληνικά.
Fund
noun
Noun
masculine
γραμματική
-
ανακάλυψη
nounWenn dem so ist, ist das der größte Fund aller Zeiten.
Σας λέω, αν είναι αυτό που νομίζω ότι είδα, πρόκειται για τη μεγαλύτερη ανακάλυψη ως τώρα.
-
εύρημα
nounUnd daher wusste er, dass es kein kürzlicher Fund war.
Και έτσι ήξερε δεν ήταν ένα πρόσφατο εύρημα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fund " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Fund" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρχαιολογικό εύρημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη