Μετάφραση του "Gebot" σε Ελληνικά

Οι εντολή, προσφορά, ανάγκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gebot" σε Ελληνικά.

Gebot noun neuter γραμματική

Präsentation (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντολή

    noun feminine

    verbindliche Anweisung aus dem Bereich der Ethik oder Religion

    Wir übertreten dadurch das Gebot, unseren Nächsten zu lieben wie uns selbst.

    Παραβιάζει την εντολή να ‘αγαπούμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας’.

  • προσφορά

    noun feminine

    Außerdem sei das Gebot der Klägerin vorteilhafter gewesen.

    Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η δική της προσφορά ήταν ελκυστικότερη.

  • ανάγκη

    noun

    Statt dessen sollte er sich auf die Gebiete konzentrieren, auf denen sich der Studierende verbessern muß.

    Μάλλον πρέπει να συγκεντρώνει την προσοχή σ’ εκείνα τα σημεία που ο σπουδαστής έχει ανάγκη να βελτιώσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαίτηση
    • αρχή
    • κανόνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gebot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Gebot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gebot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη